Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Κοίτα, έρχονται... Ε και;

-Να! κοίτα εκεί.
-Που να κοιτάξω;
-Εκεί, εκεί. Τα βλέπεις;
-Ποια; Τι βλέπεις;
-Να'τα, είναι εκεί αφού, κοίτα τα.
-Τι να κοιτάξω; Τι λες;
-Τα τριάντα λέω, στρίβουν τη γωνία.
-Να την πάρουν λίγο ανοιχτά μη δώσουν στο πεζοδρόμιο πες τους.
-Μμμ μου κάνεις και χιούμορ. Εδώ σου λέω κοντεύουν κι εσύ...
-Ωχού παιδάκι μου κι εσύ αμάν. Δεν πα να χτυπήσουν και την πόρτα;
-Ναι καλά. Έτσι λες τώρα.
-Και μετά έτσι θα λέω.
-Ναι ναι. Θα σε δω σε λίγους μήνες.
-Βρε έτσι θα λέω. Θα τους ανοίξω και διάπλατα την πόρτα να περάσουν.
-Σιγά μην κάνεις και πάρτυ.
-Φυσικά και θα κάνω. Θα τα υποδεχτώ με τιμές.
-Καλά θα σε δω.
-Να με δεις ναι.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Έτσι απλά

- Ε ψιτ! ε! σ' εσένα μιλάω, δεν ακούς; 
- Ακούω, ακούω.
- Τόση ώρα έχω που σε φωνάζω. Τι μου λες ακούς;
- Ακούω λέω. 'Οχι εσένα αλλά τις σκέψεις μου.
- Πάλι; και τι σου λένε αυτή τη φορά;
- Να τις αφήσω ήσυχες λένε.
- Ε τότε άστες κι εσύ. Τι τις ενοχλείς; 
- Τις μπερδεύω μου λένε.
- Λύσε τες και διώξτες.
- Και τι θα κάνω εγώ τα βράδυα;
- Θα ονειρεύεσαι.

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Για ποια λογική μιλάς;


Μπήκες ένα βράδυ στη ζωή της, τα έκανες όλα άνω κάτω και εκεί που άρχισε να της αρέσει αυτό το χάος που δημιούργησες στο μυαλό και την καρδιά της, τα πήρες όλα πίσω. Όλα, αφήνοντάς της ένα μεγάλο κενό. Αναρωτιέται τι έφταιξε, μα δεν παίρνει απαντήσεις. Μόνο κάποια σκόρπια λόγια, κάποιες ιδέες που όμως δεν την καλύπτουν. Την γνωρίζω, δεν πείθεται εύκολα. Θέλει ξεκάθαρες κουβέντες, στα ίσια. Όσο κι αν αυτό την κάνει να πέφτει πιο κάτω. Αλλά όπως της λέω, δεν έχει σημασία πόσες φορές και πόσο θα πέσεις αλλά το ότι επιβάλλεται να σηκωθείς.
Κι άντε τώρα, να βρει και να μαζέψει ό,τι έχει απομείνει και να συμπληρώσει ξανά το παζλ της ζωής της. Μιας ζωής που δεν την ένοιαξε και τόσο που ανατράπηκε. Το αντίθετο. Ένιωσε πράγματα που αγνοούσε. Βρήκε κάτι άλλο στον εαυτό της, αυτό το κάτι... Και μου έλεγε, θέλω να αφεθώ. Και εγώ να της λέω, να αφεθείς αρκεί να ξέρεις πως κάπου πας.
- Δε με άκουσε. Πάντα με άκουγε. Ίσως να φταίω εγώ, σκέφτομαι, που δεν την είχα προειδοποιήσει. Που δεν επέμενα στο... αρκεί να ξέρεις πως κάπου πας. Της είχα εμπιστοσύνη. Μη φανταστείς, δεν την πρόδωσε, απλά αφέθηκε περισσότερο απ' όσο μπορούσε. Άλλωστε, έτσι είναι ο έρωτας.
Το παράλογο για αυτήν ήταν το ότι ένιωσε τα καλά και τα άσχημα συναισθήματα μέσα σε ένα διάστημα τόσο λίγο χρονικά, που δεν πρόλαβε καλά καλά να καταλάβει τι έγινε.
Κάποιος, κάποτε της είχε πει: "Κάνε αυτό που νιώθεις, φτάνει να το υποστηρίζει η λογική σου".
- Μα καλέ μου, τι της λες; Τι μπορώ πια να κάνω εγώ; Δεν ξέρεις αυτό που λέει: "Ο έρωτας παίρνει τα μυαλά εκείνων που έχουν μυαλά και δίνει μυαλό σε αυτούς που δεν έχουν"*; Έτσι είναι ο έρωτας. Μπαίνει παντού, έτοιμος να ριχτεί στη μάχη, να ταρακουνήσει τα πάντα θέλοντας να βγει κερδισμένος. Έλα μου όμως που λύγισε, του πλήγωσαν τα φτερά ενώ πετούσε και χάθηκε... Χάθηκε αυτός, χάθηκε αυτή κι εγώ στη μέση, όπως πάντα άλλωστε να προσπαθώ να σώσω ό,τι απέμεινε. Γιατί, γιατί την αγαπάω, είναι δικιά μου, είναι ο εαυτός μου, είναι ξεχωριστή, είναι... δικιά μου.


Denis Diderot

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Δε σ' αγαπώ - Pablo Neruda


Δε σ' αγαπώ σαν να 'σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ' αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ' από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ' αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ' τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ' άρωμα που σφιγμένο μ' ανέβηκε απ' το χώμα.

Σ' αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ' αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ' αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ' άλλον τρόπο,
παρά μ' ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος - Γιάννης Ρίτσος (απόσπασμα)



Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Διάλεξε, αγάπησε τη ζωή.


Η κατάσταση, τραγική. Αδιαφορία στο φουλ, κανείς δεν μιλάει -ουσιαστικά- σε κανέναν, ο καθένας βυθισμένος στις σκέψεις του και στη μίζερη ζωή του αποτραβηγμένος και κλεισμένος στο καβούκι του. Το χειρότερο δεν είναι ότι δεν μπορεί να βγει από αυτό αλλά το ότι δεν θέλει και δεν κάνει τίποτα για να αποτρέψει το χειρότερο.

-Και να την, στη μέση αυτής της κατάστασης να προσπαθεί να βρει το κουράγιο, να πάρει την απόφαση. Την πιο σημαντική απόφαση στη ζωή της. Να ξεφύγει από όλα αυτά που την τραβάνε στον πάτο και να βγει στην επιφάνεια ψάχνοντας, διεκδικώντας το καλύτερο για εκείνη. Πρέπει επιτέλους να διαλέξει τη ζωή και να καθορίσει τη δική της πορεία σε αυτή.-

Τη ζωή μας αξίζει να τη ζούμε όσο πιο ζωντανά γίνεται. Αντιμετώπισε τους φόβους σου, σπάσε τον κλοιό, βρες την άκρη του νήματος και ξετύλιξε τον εαυτό σου από εκεί μέσα. Η ζωή κυλάει μπροστά. Δεν αξίζει στασιμότητα ούτε πισογυρίσματα. Χρειάζεσαι θάρρος, αποφασιστικότητα και μία δόση τρέλλας. Ό,τι βρεις στο δρόμο σου κοίταξε το, άγγιξε το, χρησιμοποίησε τις αισθήσεις σου και αν αξίζει για σένα πάρε το μαζί σου.

Αγάπησε τον εαυτό σου, αγάπησε τη ζωή.

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Χωρίς τίτλο


Αναζητάς αυτό το κάτι που θα σε κάνει να νιώσεις ξανά την ελπίδα Να ξυπνήσει μέσα σου τα θέλω και τα πρέπει που χρειάζεσαι για να προχωρήσεις μπροστά Ό,τι χαράκτηκε στη μνήμη σου, κράτησέ το σαν ένα όνειρο, καλό ή κακό Μην το αρνείσαι, μην το ξεχνάς, είναι μέρος του ποιός ήσουν Μην μένεις όμως εκεί Η ζωή περνά και χάνεται Μην είσαι απλός θεατής Γίνε ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης και πάνω από όλα, ο πρωταγωνιστής στη δική σου παράσταση Πάρε το ρίσκο και κάνε την να αξίζει

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων

Σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τίποτα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα νὰ πιῶ
καὶ νὰ γευτῶ
ἀπ᾿ ὅσες χῶρες γνώρισα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα ν᾿ ἀγγίξω
καὶ νὰ νιώσω
τίποτα, τίποτα
δὲ μ᾿ ἔκανε ἔτσι εὐτυχισμένον
ὅσο τὰ τραγούδια...

Ναζίμ Χικμέτ

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Είναι κάτι στιγμές

Είναι κάτι στιγμές που νιώθεις ότι όλα γύρω σου χάνονται.
Όλα αρχίζουν να καταρρέουν και δεν έχεις τη δύναμη να σώσεις οτιδήποτε.
Είναι κάτι στιγμές που θες να ξεφύγεις, κάτι σε κρατάει.
Θες να πιαστείς από κάπου, δεν υπάρχει κανείς.
Είναι κάτι στιγμές που έχεις τόση ανάγκη μια λέξη κι όμως κανείς δε σου την λέει.
Θες απλά να αγαπήσεις και να αγαπηθείς.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Έ Άδρωπε

Έ άδρωπε πού μάσιεσε ν' αρπάξεις να στιβάσεις
τηγ γην να κάμεις μάλισ σου, τογ κόσμον ν' αγκαλιάσεις
σαν έρκεσαι χαρέφκεσαι τογ κόσμον εν να φάεις
'μμά πάλε πίσω νηστικός σαν ήρτες εν να πάεις.
Τρεις εν οι μέρες σου πού ζιείς στήγ γην τζιαί βασιλέφκεις
τήμ μιάμ μωρόν, στές δκυό 'σαι νιός, στες τρεις γερνάς τζιαί φέφκεις.
Με βασιλιάς κρατίζει σε στήγ γήμ με δκιακονίτης.
Σήμερον είσαι ζωντανός, άβριον μακαρίτης.
Γιατί τα θέλεις τα πολλά τζιαί τυραννιέσαι 'κόμα
αφού 'ν να μείνουν γέρημα τζι' εσού μια φούχτα χώμαν
τζιαί τυραννιέσαι τζι' εν έσιεις με νεπαμόν με πνάσμαν;
Ο άδρωπος εν τρώ τήγ γην, ή γη τρώει το πλάσμαν.
Τζι' όσα τζι' αν κάμεις άδρωπε στήγ γην τζι' όσα κερτίσεις
μητά σου εν τζιαί παίρνεις τα, δαπάνω 'ν να τ΄ αφίσεις.
Να λυούν να στάσσουν, να 'σκοπούν μες του βορκά τι ρέμαν
γιατ' εν τζι' εν άλλον τίποτε παρά φκιασμένον ψέμαν.
Ψέμαν τζι' εσού πας τούν τήγ γην, τζιαί ψέμαν τζι' οι δουλειές σου
σαν τα φτερά στον άνεμον μαθκιούν, σκορπούν τζιαί ρέσσουν.
Έτσι να πεις, ως πών πωρνόν, μεν μείνεις να νυκτώσει
γιατ' υστέρα 'ν αδύνατον για σέν να ξημερώσει.
Εν πού την ώραν πόρκεσαι ως τον τζιαιρόν πού φέφκεις
θωρείς πού πεθανίσκουσιν τζιαί πάλ' έσ' ομ πιστέφκεις;
Τζιαί μάσιεσαι, σκοτώννεσαι, τζιεί χάλασε δά κτίσε
μα στάθης τζιαί καμιάφ φοράν τζιαί σκέφτηκες ποιος είσαι;
Σάν έναφ φύλλον του δέντρου πού σιέται όπως πρέπει
τζι' άξιππα ππέφτει πας στήγ γην τζιαί λλίον λλίον σέπει.
Έτσι τζιαί σέν τον ίδιον εψ ψέφτιτζ' ή ζωή σου
έρκεσαι, φέφκεις, χάννεσαι τζι' ούτε στήγ γήμ πώς ήσουν.

*Ποίηση: Κυριάκος Καρνέρας

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Είσαι παντού και πουθενά.

Λέξεις σκορπισμένες σε τσαλακωμένο χαρτί.
Ένα παζλ σκέψεων χωρίς αρχή, μέση και τέλος.
Κινήσεις αργές, ασύγχρονες, ατελείωτες.
Όλα οδηγούν στο πουθενά.