Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2022

"Stille"

Ξέρεις τι καλό κάνουν αυτά τα λίγα λεπτά προσωπικής ησυχίας; 

Αυτά, που περνάς με τον εαυτό σου, τον μέσα ξέρεις... Από την ώρα που παρκάρεις το αυτοκίνητο μέχρι τη στιγμή που αποφασίζεις να κατέβεις, να βάλεις ξανά σε λειτουργία τον έξω σου εαυτό και να περάσεις την πόρτα του σπιτιού.

Οι στιγμές εκείνες, χωρίς φώτα, χωρίς μουσική. 

Μόνο εσύ και η κάθε σκέψη που έχει χαθεί.

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2021

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Η γραφή


Όταν δεν ξέρεις από που να ξεκινήσεις. Όταν σκαλώνουν οι σκέψεις και νομίζεις ότι δεν πρόκειται να καταφέρεις να τις βγάλεις. Όταν δεν μπορείς καν, να βρεις τα λόγια να τις περιγράψεις και να τις καταγράψεις ώστε να αδειάσει για λίγο το μυαλό, μιας και δεν υπάρχει περίπτωση να μην ξαναγεμίσει.
Η στιγμή που τρελαίνεσαι και λες φτάνει, αρκετά προσπάθησα, κι όμως πάλι δεν τα παρατάς από πείσμα και προσπαθείς περισσότερο. Η στιγμή που παίρνεις χαρτί και στυλό και αρχίζεις να γράφεις, να γράφεις, να γράφεις λες και σου 'ρθε φώτιση. Λες και μια μούσα σου έδωσε απλόχερα την έμπνευση για να βγάλεις από μέσα σου όσα σε παιδεύουν. 
Ωραίο πράγμα η γραφή. Σε απελευθερώνει από τα δεσμά του πρέπει και του μη. Στην τελευταία λέξη, εκεί πριν βάλεις την τελευταία τελεία, ανασαίνεις βαθιά και αγαλλιάζει η ψυχή σου.

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Ποτέ ξανά...

Η Νιόβη κλείστηκε για άλλη μια φορά στον εαυτό της. Γύρισε στο ήσυχο και απομονωμένο διαμέρισμά της, έβγαλε τα ρούχα της που είχαν γίνει μούσκεμα από την καταρρακτώδη βροχή και μπήκε στο ντους με το νερό να τρέχει μαζί με τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε ξεχάσει πως είναι να καίγονται τα μάτια σου από το κλάμα, πως νιώθεις το κεφάλι σου να βαραίνει από τις σκέψεις και τις θολές εικόνες που το περιτριγυρίζουν. Εκείνη τη στιγμή υποσχέθηκε στον εαυτό της, ποτέ ξανά. Ποτέ δεν θα άφηνε το μυαλό της να παρασυρθεί από αυτό που επιθυμούσε η καρδιά της. Θα προτιμούσε πλέον την ηρεμία της ψυχής της κι αν αυτό σήμαινε μοναξιά, θα την άντεχε. Έμεινε κάτω από το ζεστό νερό περισσότερο από όσο συνήθιζε, ένιωθε πως εξαγνιζόταν όλο της το σώμα κι άλλο τόσο η ψυχή της. Βγήκε μόνο όταν ένιωσε να χαλαρώνει τόσο πολύ που τα πόδια της δεν θα την κράταγαν άλλο όρθια. 
Φόρεσε το μπουρνούζι της και με μια πετσέτα στέγνωσε ελαφρά τα μαλλιά της μιας κι ο πονοκέφαλος εξακολουθούσε να τη σφυροκοπάει. Με νωχελικά βήματα οδήγησε τον εαυτό της στην κουζίνα, άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί, από αυτά που της είχαν φέρει στα γενέθλιά της, γέμισε το ποτήρι της και κρατώντας το μπουκάλι στο ένα χέρι και το ποτήρι στο άλλο, έφτασε στο ιδιαίτερο δωμάτιό της. Εκεί όπου μπορούσε πάντα να κλειστεί, να ηρεμήσει, να βρεθεί αντιμέτωπη με το όνειρό της που άφησε στην άκρη για λόγους που ούτε η ίδια δε μπορούσε να θυμηθεί πλέον. Ένα δωμάτιο στη μέση του οποίου δέσποζε ένα υπέροχο, μαύρο πιάνο με ουρά, το ξεκίνημα του τότε ονείρου της. Άφησε το μπουκάλι στο γραφείο, ήπιε μια γερή γουλιά απ’ το κρασί της και έβαλε το ποτήρι προσεκτικά στο πάτωμα  Σήκωσε την ουρά του πιάνου, κάθισε και ξεκίνησε να παίζει σκόρπιες νότες μέχρι που βρέθηκε να παίζει ένα παλιό, γνώριμο τραγούδι. Ο ήχος που έβγαζαν τα άσπρα και τα μαύρα πλήκτρα, τα χαρούμενα και λυπημένα στολίδια της μουσικής όπως τα έλεγε στους μαθητές της, ανακατευόταν με τη βροχή και τον τρελό άνεμο που δεν έλεγε να κοπάσει. Όμως ακόμα και ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ήχους, ο λυγμός της ήταν εκκωφαντικός. Δεν ένιωθε πια ηρεμία εκεί μέσα. Όχι τώρα τουλάχιστον. 
Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια και τον είδε μπροστά της. Να την κοιτάει περιφρονητικά με βλέμμα παγωμένο, αδιάφορο πλέον για κείνη και με τα χέρια δεμένα μπροστά του να περιμένει την αποχώρησή της. Σηκώθηκε τόσο απότομα που ζαλίστηκε, παραπάτησε και λίγο έλειψε να χυθεί το κρασί απ’ το ποτήρι που είχε αφήσει πλάι της στο πάτωμα. Ξανακάθισε στο μαύρο δερμάτινο με ξύλινα πόδια σκαμπό της πήρε το κρασί και ήπιε άλλη μια γερή γουλιά, μετά άλλη μια μέχρι που άδειασε το περιεχόμενο. Ένιωσε να την εγκαταλείπουν οι δυνάμεις της. Δεν έπρεπε να είχε πιει, θα έκανε κακό στον εαυτό της και όχι μόνο τώρα πια. Αν και ένιωθε ότι ήθελε να ξαναγεμίσει το ποτήρι και να αφεθεί στη γεύση του υπέροχου κόκκινου κρασιού, αντιστάθηκε. Σύρθηκε άλλη μια φορά μέχρι το μπάνιο, έριξε νερό στο πρόσωπό της και όταν έστρεψε το βλέμμα της στον καθρέφτη είδε την ίδια Νιόβη που άφησε πίσω της πριν χρόνια. Μια Νιόβη γεμάτη φόβο, πόνο, αγανάκτηση μα και πείσμα. Δεν θα το έβαζε κάτω ούτε και τώρα. Άλλωστε ήταν μόλις 32, μα γνώριζε πλέον καλά τον εαυτό της και τι ήταν ικανή να αντέξει. 
Με αργά αλλά σταθερά βήματα βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρα της. Έβγαλε το μπουρνούζι και γυμνή όπως ήταν χώθηκε μέσα στα καθαρά σεντόνια που είχε βάλει την ίδια μέρα το πρωί όταν ήρεμη, χαμογελαστή και έτοιμη για όλα σηκώθηκε και φρόντισε το μικρό της διαμέρισμα. Είχε ανοίξει τα παράθυρα να μπει το υπέροχο φως του ήλιου και το δροσερό αεράκι εκείνης της όμορφης φθινοπωρινής ημέρας. Λάτρευε το φθινόπωρο, ερωτευμένη με το χρώμα που έδινε στα φύλλα των δέντρων και με τη μυρωδιά των πρώτων βροχών, ήταν κάτι που πάντα την ηρεμούσε αλλά και την ενέπνεε για περισσότερα, πολλά περισσότερα. Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Κι όμως...

Υπάρχει κι αυτή η γυναίκα που αποκαλεί τον εαυτό της "μάνα", μα το μόνο που κάνει είναι να παίζει με τον χειρότερο δυνατό τρόπο με την ψυχολογία των παιδιών της. 
Απάθεια, αμέλεια, άχρηστα λόγια, ανάρμοστες πράξεις και με αναίδεια εμπαίζει όλους όσοι βρίσκονται γύρω της. 
Είναι αυτή που υποστηρίζεται από το σύστημα μόνο και μόνο γιατί φέρει τον τίτλο της "μάνας".
Είναι αυτή η γυναίκα που απεχθάνομαι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο όσον αφορά το ανθρώπινο είδος.

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Γι' αυτό...



...γιατί καρδιά μου ο έρωτας γιορτάζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή... 
...ο έρωτας είναι ένα χαμόγελο, μια λέξη, ένα χάδι, μια αγκαλιά, ένα φιλί...

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Αυτό είμαι


Απλόχερα δίνω
απ'την καρδιά, απ'τη ψυχή, απ'το μυαλό
χωρίς αντάλλαγμα να ζητώ
ένα ευχαριστώ, δεν είναι αυτό που επιθυμώ.

Αυτό είμαι και δεν αλλάζω
μα πρέπει τώρα να μάθω
την καρδιά μου να συμβιβάζω
γιατί πονάει, κι έχω πολλά να χάσω.



Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

Ένας χρόνος μετά.



Πέρασε κι όλας ένας χρόνος. Ένας ολόκληρος χρόνος από τότε που έφυγες. Ένα απόγευμα, ένα τηλεφώνημα. Σε είχαν πάει για ύπνο, σε έβαλαν στο κρεβάτι και εσύ έβγαλες την τελευταία σου πνοή, κοιμήθηκες για πάντα. Ήρθα να σε δω, δε μπορούσα να αφήσω τα δάκρυά μου να κυλήσουν, έπρεπε να φανώ δυνατή. Στεκόμουν με την πλάτη στον τοίχο και τους έβλεπα να σε αποχαιρετούν, να μιλούν μεταξύ τους, με τις νοσοκόμες, με την υπεύθυνη. Δεν άκουγα κανέναν, παρά μόνο σε κοίταζα. Η σκέψη μου πάλι δεν συναντούσε το βλέμμα μου.
Όταν γύρισα στο σπίτι, κλείστηκα στο δωμάτιό μου και έκλαψα, έκλαψα πολύ. Με αθόρυβους λυγμούς για να μην καταλάβει κανείς τίποτα. Δεν ήθελα να δώσω εξηγήσεις σε κανέναν αλλά ούτε και να ακούσω λόγια παρηγοριάς. Απλά ήθελα να κλάψω.
Έφυγες και δεν πρόλαβα να σου πω συγγνώμη. Συγγνώμη που ήμουν ανίκανη να κάνω αυτό που μου ζήτησες. Δεν σε ξέχασα μα, εκείνο το απόγευμα που ήρθα να σε δω και μου ζήτησες να σε πάρω από εκεί, το σκέφτομαι και δεν έχω συγχωρέσει τον εαυτό μου και ούτε πρόκειται να το κάνω ποτέ. Η αδυναμία μου να αντισταθώ στις αποφάσεις άλλων για εσένα που δεν άκουγαν αυτό που εσύ ήθελες, η δειλία μου να τους αντιμετωπίσω, με πληγώνει ακόμα.
Βρίσκεσαι πλέον στον τόπο που πάντα αγαπούσες μα είχες στερηθεί για χρόνια. Σου υποσχέθηκα ότι θα έρχομαι, είναι μια υπόσχεση που σκοπεύω να κρατήσω. Σ'αγαπούσα πολύ και θα συνεχίσω να σε αγαπώ για πάντα.

Υ.Γ. Παππού, να μου προσέχεις τη Γιαγιά.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Θα σε βρω, όπου και να 'σαι!





Άνοιξα τα μάτια μου και την είδα να ψάχνει για κάτι, έχοντας κάνει ανάστατο όλο το δωμάτιο. Τη ρωτάω, μισοκοιμισμένη ακόμα, "τι ψάχνεις"; Κάνει πως δεν ακούει, δε μου απαντάει και συνεχίζει το ψάξιμο. Ρωτάω πιο επίμονα αυτή τη φορά συμπληρώνοντας ότι τα έχει κάνει όλα άνω κάτω και να δω μετά ποιος θα τα συμμαζέψει. Αυτό το άκουσε και μου απάντησε: "κάνε δουλειά σου εσύ, θα συμμαζέψω εγώ πριν φύγω". Για το τί ψάχνει, ούτε κουβέντα. "Και που θα πας; Κυριακή είναι σήμερα, δε δουλεύεις." Γυρνάει με βλέμμα θολωμένο και μου λέει: "δε θα σου δώσω λογαριασμό. Και γιατί να πρέπει να είναι μέρα για δουλειά για να βγω έξω από αυτούς τους τοίχους; Δεν έχω το δικαίωμα για μια βόλτα, για ένα καφέ, για ένα κάτι τελοσπάντων εκτός σπιτιού; - ας το καλό, αφού την είχα μέχρι πρι λίγο καιρό", μονολογούσε. Προσπάθησα να σταματήσω το παρολίγον παραλήρημά της και σηκώθηκα να φτιάξω το δικό μου καφεδάκι. "Που πας"; με ρωτάει. "Να φτιάξω καφέ, ν'ανοίξει το μάτι μου", απαγορεύεται; Ντύσου να πάμε μαζί έξω για τον καφέ, κάνε γρήγορα. Σε 10 λεπτά να είσαι έτοιμη, θα σε περιμένω στην πόρτα. Ευκαιρία -σκέφτηκα- να τη ρωτήσω αν βρήκε τελικά αυτό που έψαχνε. Δεν κρατήθηκα. "Ναι", μου λέει. "Και τι ήταν αυτό; δε σε βλέπω να κρατάς κάτι", της λέω και πάλι. "Δεν είναι κάτι που το κρατάς με τα χέρια", μου λέει, "είναι κάτι το εσωτερικό". Πάει! λέω από μέσα μου, τρελλάθηκε αυτή. Ντύθηκα και φύγαμε, αλλά η απορία δε μου είχε λυθεί και όλο μεγάλωνε η περιέργια να μάθω τι στο καλό ήταν αυτό το εσωτερικό πράγμα που έψαχνε, υποθέτωντας πως για να κάνει έτσι, πρέπει να ήταν κάτι πολύ σημαντικό για αυτήν. Φυσικά, δεν άντεξα και ξαναρώτησα, αφού καθήσαμε χαλαρά στους μεγάλους καναπέδες με τον καφέ στο χέρι. "Θα μου πεις τι έψαχνες τελικά"; για να πάρω την αφοπλιστική απάντηση: "Την χαμένη μου αυτοπεποίθηση".

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Κοίτα, έρχονται... Ε και;

-Να! κοίτα εκεί.
-Που να κοιτάξω;
-Εκεί, εκεί. Τα βλέπεις;
-Ποια; Τι βλέπεις;
-Να'τα, είναι εκεί αφού, κοίτα τα.
-Τι να κοιτάξω; Τι λες;
-Τα τριάντα λέω, στρίβουν τη γωνία.
-Να την πάρουν λίγο ανοιχτά μη δώσουν στο πεζοδρόμιο πες τους.
-Μμμ μου κάνεις και χιούμορ. Εδώ σου λέω κοντεύουν κι εσύ...
-Ωχού παιδάκι μου κι εσύ αμάν. Δεν πα να χτυπήσουν και την πόρτα;
-Ναι καλά. Έτσι λες τώρα.
-Και μετά έτσι θα λέω.
-Ναι ναι. Θα σε δω σε λίγους μήνες.
-Βρε έτσι θα λέω. Θα τους ανοίξω και διάπλατα την πόρτα να περάσουν.
-Σιγά μην κάνεις και πάρτυ.
-Φυσικά και θα κάνω. Θα τα υποδεχτώ με τιμές.
-Καλά θα σε δω.
-Να με δεις ναι.

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Έτσι απλά

- Ε ψιτ! ε! σ' εσένα μιλάω, δεν ακούς; 
- Ακούω, ακούω.
- Τόση ώρα έχω που σε φωνάζω. Τι μου λες ακούς;
- Ακούω λέω. 'Οχι εσένα αλλά τις σκέψεις μου.
- Πάλι; και τι σου λένε αυτή τη φορά;
- Να τις αφήσω ήσυχες λένε.
- Ε τότε άστες κι εσύ. Τι τις ενοχλείς; 
- Τις μπερδεύω μου λένε.
- Λύσε τες και διώξτες.
- Και τι θα κάνω εγώ τα βράδυα;
- Θα ονειρεύεσαι.

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Για ποια λογική μιλάς;


Μπήκες ένα βράδυ στη ζωή της, τα έκανες όλα άνω κάτω και εκεί που άρχισε να της αρέσει αυτό το χάος που δημιούργησες στο μυαλό και την καρδιά της, τα πήρες όλα πίσω. Όλα, αφήνοντάς της ένα μεγάλο κενό. Αναρωτιέται τι έφταιξε, μα δεν παίρνει απαντήσεις. Μόνο κάποια σκόρπια λόγια, κάποιες ιδέες που όμως δεν την καλύπτουν. Την γνωρίζω, δεν πείθεται εύκολα. Θέλει ξεκάθαρες κουβέντες, στα ίσια. Όσο κι αν αυτό την κάνει να πέφτει πιο κάτω. Αλλά όπως της λέω, δεν έχει σημασία πόσες φορές και πόσο θα πέσεις αλλά το ότι επιβάλλεται να σηκωθείς.
Κι άντε τώρα, να βρει και να μαζέψει ό,τι έχει απομείνει και να συμπληρώσει ξανά το παζλ της ζωής της. Μιας ζωής που δεν την ένοιαξε και τόσο που ανατράπηκε. Το αντίθετο. Ένιωσε πράγματα που αγνοούσε. Βρήκε κάτι άλλο στον εαυτό της, αυτό το κάτι... Και μου έλεγε, θέλω να αφεθώ. Και εγώ να της λέω, να αφεθείς αρκεί να ξέρεις πως κάπου πας.
- Δε με άκουσε. Πάντα με άκουγε. Ίσως να φταίω εγώ, σκέφτομαι, που δεν την είχα προειδοποιήσει. Που δεν επέμενα στο... αρκεί να ξέρεις πως κάπου πας. Της είχα εμπιστοσύνη. Μη φανταστείς, δεν την πρόδωσε, απλά αφέθηκε περισσότερο απ' όσο μπορούσε. Άλλωστε, έτσι είναι ο έρωτας.
Το παράλογο για αυτήν ήταν το ότι ένιωσε τα καλά και τα άσχημα συναισθήματα μέσα σε ένα διάστημα τόσο λίγο χρονικά, που δεν πρόλαβε καλά καλά να καταλάβει τι έγινε.
Κάποιος, κάποτε της είχε πει: "Κάνε αυτό που νιώθεις, φτάνει να το υποστηρίζει η λογική σου".
- Μα καλέ μου, τι της λες; Τι μπορώ πια να κάνω εγώ; Δεν ξέρεις αυτό που λέει: "Ο έρωτας παίρνει τα μυαλά εκείνων που έχουν μυαλά και δίνει μυαλό σε αυτούς που δεν έχουν"*; Έτσι είναι ο έρωτας. Μπαίνει παντού, έτοιμος να ριχτεί στη μάχη, να ταρακουνήσει τα πάντα θέλοντας να βγει κερδισμένος. Έλα μου όμως που λύγισε, του πλήγωσαν τα φτερά ενώ πετούσε και χάθηκε... Χάθηκε αυτός, χάθηκε αυτή κι εγώ στη μέση, όπως πάντα άλλωστε να προσπαθώ να σώσω ό,τι απέμεινε. Γιατί, γιατί την αγαπάω, είναι δικιά μου, είναι ο εαυτός μου, είναι ξεχωριστή, είναι... δικιά μου.


Denis Diderot

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Δε σ' αγαπώ - Pablo Neruda


Δε σ' αγαπώ σαν να 'σουν ρόδο αλατιού, τοπάζι,
σαΐτα από γαρούφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
σ' αγαπώ ως αγαπιούνται κάποια πράγματα σκούρα,
μυστικά, μέσ' από την ψυχή και τον ίσκιο.

Σ' αγαπώ καθώς κάποιο φυτό που δεν ανθίζει,
μα που μέσα του κρύβει το λουλουδόφως όλο,
και ζει απ' τον έρωτά σου σκοτεινό στο κορμί μου
τ' άρωμα που σφιγμένο μ' ανέβηκε απ' το χώμα.

Σ' αγαπώ μη γνωρίζοντας πώς, από πού και πότε,
σ' αγαπώ στα ίσια δίχως πρόβλημα ή περηφάνια:
σ' αγαπώ έτσι γιατί δεν ξέρω μ' άλλον τρόπο,
παρά μ' ετούτον όπου δεν είμαι μήτε είσαι,
που το χέρι σου πάνω μου το νιώθω σαν δικό μου,
που όταν κοιμάμαι κλείνουν και τα δικά σου μάτια.

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος - Γιάννης Ρίτσος (απόσπασμα)



Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Σάββατο 18 Αυγούστου 2012

Διάλεξε, αγάπησε τη ζωή.


Η κατάσταση, τραγική. Αδιαφορία στο φουλ, κανείς δεν μιλάει -ουσιαστικά- σε κανέναν, ο καθένας βυθισμένος στις σκέψεις του και στη μίζερη ζωή του αποτραβηγμένος και κλεισμένος στο καβούκι του. Το χειρότερο δεν είναι ότι δεν μπορεί να βγει από αυτό αλλά το ότι δεν θέλει και δεν κάνει τίποτα για να αποτρέψει το χειρότερο.

-Και να την, στη μέση αυτής της κατάστασης να προσπαθεί να βρει το κουράγιο, να πάρει την απόφαση. Την πιο σημαντική απόφαση στη ζωή της. Να ξεφύγει από όλα αυτά που την τραβάνε στον πάτο και να βγει στην επιφάνεια ψάχνοντας, διεκδικώντας το καλύτερο για εκείνη. Πρέπει επιτέλους να διαλέξει τη ζωή και να καθορίσει τη δική της πορεία σε αυτή.-

Τη ζωή μας αξίζει να τη ζούμε όσο πιο ζωντανά γίνεται. Αντιμετώπισε τους φόβους σου, σπάσε τον κλοιό, βρες την άκρη του νήματος και ξετύλιξε τον εαυτό σου από εκεί μέσα. Η ζωή κυλάει μπροστά. Δεν αξίζει στασιμότητα ούτε πισογυρίσματα. Χρειάζεσαι θάρρος, αποφασιστικότητα και μία δόση τρέλλας. Ό,τι βρεις στο δρόμο σου κοίταξε το, άγγιξε το, χρησιμοποίησε τις αισθήσεις σου και αν αξίζει για σένα πάρε το μαζί σου.

Αγάπησε τον εαυτό σου, αγάπησε τη ζωή.

Σάββατο 16 Ιουνίου 2012

Χωρίς τίτλο


Αναζητάς αυτό το κάτι που θα σε κάνει να νιώσεις ξανά την ελπίδα Να ξυπνήσει μέσα σου τα θέλω και τα πρέπει που χρειάζεσαι για να προχωρήσεις μπροστά Ό,τι χαράκτηκε στη μνήμη σου, κράτησέ το σαν ένα όνειρο, καλό ή κακό Μην το αρνείσαι, μην το ξεχνάς, είναι μέρος του ποιός ήσουν Μην μένεις όμως εκεί Η ζωή περνά και χάνεται Μην είσαι απλός θεατής Γίνε ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης και πάνω από όλα, ο πρωταγωνιστής στη δική σου παράσταση Πάρε το ρίσκο και κάνε την να αξίζει

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

Τὰ τραγούδια τῶν ἀνθρώπων

Σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο τίποτα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα νὰ πιῶ
καὶ νὰ γευτῶ
ἀπ᾿ ὅσες χῶρες γνώρισα
ἀπ᾿ ὅσα μπόρεσα ν᾿ ἀγγίξω
καὶ νὰ νιώσω
τίποτα, τίποτα
δὲ μ᾿ ἔκανε ἔτσι εὐτυχισμένον
ὅσο τὰ τραγούδια...

Ναζίμ Χικμέτ

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Είναι κάτι στιγμές

Είναι κάτι στιγμές που νιώθεις ότι όλα γύρω σου χάνονται.
Όλα αρχίζουν να καταρρέουν και δεν έχεις τη δύναμη να σώσεις οτιδήποτε.
Είναι κάτι στιγμές που θες να ξεφύγεις, κάτι σε κρατάει.
Θες να πιαστείς από κάπου, δεν υπάρχει κανείς.
Είναι κάτι στιγμές που έχεις τόση ανάγκη μια λέξη κι όμως κανείς δε σου την λέει.
Θες απλά να αγαπήσεις και να αγαπηθείς.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Έ Άδρωπε

Έ άδρωπε πού μάσιεσε ν' αρπάξεις να στιβάσεις
τηγ γην να κάμεις μάλισ σου, τογ κόσμον ν' αγκαλιάσεις
σαν έρκεσαι χαρέφκεσαι τογ κόσμον εν να φάεις
'μμά πάλε πίσω νηστικός σαν ήρτες εν να πάεις.
Τρεις εν οι μέρες σου πού ζιείς στήγ γην τζιαί βασιλέφκεις
τήμ μιάμ μωρόν, στές δκυό 'σαι νιός, στες τρεις γερνάς τζιαί φέφκεις.
Με βασιλιάς κρατίζει σε στήγ γήμ με δκιακονίτης.
Σήμερον είσαι ζωντανός, άβριον μακαρίτης.
Γιατί τα θέλεις τα πολλά τζιαί τυραννιέσαι 'κόμα
αφού 'ν να μείνουν γέρημα τζι' εσού μια φούχτα χώμαν
τζιαί τυραννιέσαι τζι' εν έσιεις με νεπαμόν με πνάσμαν;
Ο άδρωπος εν τρώ τήγ γην, ή γη τρώει το πλάσμαν.
Τζι' όσα τζι' αν κάμεις άδρωπε στήγ γην τζι' όσα κερτίσεις
μητά σου εν τζιαί παίρνεις τα, δαπάνω 'ν να τ΄ αφίσεις.
Να λυούν να στάσσουν, να 'σκοπούν μες του βορκά τι ρέμαν
γιατ' εν τζι' εν άλλον τίποτε παρά φκιασμένον ψέμαν.
Ψέμαν τζι' εσού πας τούν τήγ γην, τζιαί ψέμαν τζι' οι δουλειές σου
σαν τα φτερά στον άνεμον μαθκιούν, σκορπούν τζιαί ρέσσουν.
Έτσι να πεις, ως πών πωρνόν, μεν μείνεις να νυκτώσει
γιατ' υστέρα 'ν αδύνατον για σέν να ξημερώσει.
Εν πού την ώραν πόρκεσαι ως τον τζιαιρόν πού φέφκεις
θωρείς πού πεθανίσκουσιν τζιαί πάλ' έσ' ομ πιστέφκεις;
Τζιαί μάσιεσαι, σκοτώννεσαι, τζιεί χάλασε δά κτίσε
μα στάθης τζιαί καμιάφ φοράν τζιαί σκέφτηκες ποιος είσαι;
Σάν έναφ φύλλον του δέντρου πού σιέται όπως πρέπει
τζι' άξιππα ππέφτει πας στήγ γην τζιαί λλίον λλίον σέπει.
Έτσι τζιαί σέν τον ίδιον εψ ψέφτιτζ' ή ζωή σου
έρκεσαι, φέφκεις, χάννεσαι τζι' ούτε στήγ γήμ πώς ήσουν.

*Ποίηση: Κυριάκος Καρνέρας

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Είσαι παντού και πουθενά.

Λέξεις σκορπισμένες σε τσαλακωμένο χαρτί.
Ένα παζλ σκέψεων χωρίς αρχή, μέση και τέλος.
Κινήσεις αργές, ασύγχρονες, ατελείωτες.
Όλα οδηγούν στο πουθενά.